Γενικοί Όροι Σύμβασης

II – ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ

ΜΕΡΟΣ A: ΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ II.1 – ΕΥΘΥΝΗ

II.1.1 Ο δικαιούχος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για την εκπλήρωση όλων των νομικών υποχρεώσεων που αυτός υπέχει.

II.1.2 Η Εθνική Υπηρεσία ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, και με καμία ιδιότητα, να θεωρηθεί υπεύθυνη σε περίπτωση ένστασης στο πλαίσιο της Σύμβασης, σχετικά με οποιαδήποτε ζημία προκύψει κατά την εκτέλεση της δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, καμία αίτηση αποζημίωσης ή επιστροφής χρημάτων υποβαλλόμενη μαζί με τέτοια ένσταση δεν γίνεται αποδεκτή από την Εθνική Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

II.1.3 Εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, ο δικαιούχος οφείλει να επανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη η Εθνική Υπηρεσία ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της εκτέλεσης της δραστηριότητας ή λόγω της κακής εκτέλεσής της.

II.1.4 Ο δικαιούχος είναι ο μόνος υπεύθυνος έναντι τρίτων καθώς και για κάθε είδους ζημίες που είναι πιθανό να προκληθούν σε τρίτους κατά την εκτέλεση της δραστηριότητας.

ΑΡΘΡΟ II.2 – ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Ο δικαιούχος δεσμεύεται να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη κάθε κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων που μπορεί να διακυβεύσει την αμερόληπτη και αντικειμενική εκτέλεση της Σύμβασης. Σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να προκύψει ιδίως από οικονομικό συμφέρον, πολιτικές ή εθνικές συνάφειες, οικογενειακούς ή συναισθηματικούς λόγους καθώς και από κάθε άλλη κοινότητα συμφερόντων.

Κάθε κατάσταση που απορρέει από σύγκρουση συμφερόντων ή που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε σύγκρουση συμφερόντων κατά την εκτέλεση της Σύμβασης πρέπει να γνωστοποιείται πάραυτα και εγγράφως στην Εθνική Υπηρεσία. Ο δικαιούχος δεσμεύεται να λαμβάνει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την επανόρθωση αυτής της κατάστασης. Η Εθνική Υπηρεσία επιφυλάσσεται του δικαιώματος να επαληθεύει ότι τα ως άνω μέτρα είναι ενδεδειγμένα και μπορεί να απαιτήσει από τον δικαιούχο συμπληρωματικά μέτρα, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται για τον σκοπό αυτό.

ΑΡΘΡΟ II.3 – ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ / ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

II.3.1 Με την επιφύλαξη των (ειδικών) διατάξεων που περιέχονται στη Σύμβαση, η κυριότητα, συμπεριλαμβανόμενων των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας επί των αποτελεσμάτων της δραστηριότητας, των εκθέσεων και λοιπών εγγράφων που αφορούν την δραστηριότητα, περιέρχεται στο δικαιούχο.

II.3.2 Με την επιφύλαξη των προβλεπομένων στο άρθρο II.3.1, ο δικαιούχος παρέχει στην Εθνική Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή το δικαίωμα να χρησιμοποιεί ελεύθερα και κατά την κρίση της τα αποτελέσματα της δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας και με τήρηση των δικαιωμάτων βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας που προϋπάρχουν.

ΑΡΘΡΟ II.4 – ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η Εθνική Υπηρεσία και ο δικαιούχος δεσμεύονται να διαφυλάττουν την εμπιστευτικότητα κάθε εγγράφου, πληροφορίας ή άλλου υλικού που σχετίζεται άμεσα με το αντικείμενο της Σύμβασης, το οποίο έχει δεόντως χαρακτηρισθεί εμπιστευτικό και του οποίου η κοινοποίηση θα μπορούσε να βλάψει το άλλο μέρος. Τα μέρη υπέχουν αυτή την υποχρέωση και μετά από την ημερομηνία λήξης της δραστηριότητας.

ΑΡΘΡΟ II.5 – ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ

II.5.1 Εάν δεν υπάρχει αντίθετο αίτημα της Εθνικής Υπηρεσίας, κάθε γνωστοποίηση ή δημοσίευση εκ μέρους του δικαιούχου σχετικά με την εκτέλεση της δραστηριότητας, ακόμη και κατά τη διάρκεια διάλεξης ή σεμιναρίου, πρέπει να αναφέρει ότι πρόκειται για δραστηριότητα που αποτελεί αντικείμενο χρηματοδοτικής στήριξης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κάθε γνωστοποίηση ή δημοσίευση εκ μέρους του δικαιούχου, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε μέσο, πρέπει να αναφέρει ότι δεσμεύει μόνο τον συντάκτη της, και ότι η Εθνική Υπηρεσία δεν είναι υπεύθυνη για τη χρήση που είναι δυνατόν να γίνει των πληροφοριών που περιέχονται στην εν λόγω γνωστοποίηση ή δημοσίευση.

II.5.2 Ο δικαιούχος εξουσιοδοτεί την Εθνική Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δημοσιεύει, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε μέσο, συμπεριλαμβανόμενου του Διαδικτύου, τα ακόλουθα πληροφοριακά στοιχεία:

  • το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου,
  • το αντικείμενο της επιχορήγησης,
  • το χορηγούμενο ποσό και το ποσοστό χρηματοδότησης σε σχέση με τις συνολικές δαπάνες της δραστηριότητας.

Μετά από τεκμηριωμένο και επαρκώς αιτιολογημένο αίτημα του δικαιούχου και με την επιφύλαξη της ρητής έγκρισης από τη Εθνικής Υπηρεσίας, είναι δυνατόν να γίνει παρέκκλιση από την δημοσιοποίηση αυτή, εάν η κοινοποίηση των προαναφερόμενων πληροφοριακών στοιχείων υπάρχει κίνδυνος να βλάψει την ασφάλεια του δικαιούχου ή τα επαγγελματικά του συμφέροντα.

ΑΡΘΡΟ II.6 – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

Όταν η Εθνική Υπηρεσία ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ή οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο εξωτερικό όργανο, διεξάγει ενδιάμεση ή τελική αξιολόγηση των επιδράσεων της δραστηριότητας με γνώμονα τους στόχους του σχετικού Προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο δικαιούχος δεσμεύεται να θέσει στη διάθεση της Εθνικής Υπηρεσίας ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή των εξουσιοδοτημένων από αυτή προσώπων κάθε έγγραφο ή πληροφοριακό στοιχείο που μπορεί να καταστήσει δυνατή την επιτυχή διεξαγωγή της αξιολόγησης αυτής καθώς και να παράσχει στα πρόσωπα αυτά τα δικαιώματα πρόσβασης που προβλέπονται στο άρθρο II.19.

ΑΡΘΡΟ ΙΙ.7 – ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ

II.7.1 Ο δικαιούχος μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση της δραστηριότητας σε περίπτωση που έκτακτες περιστάσεις, κυρίως ανωτέρα βία, καθιστούν την εκτέλεση της δραστηριότητας αδύνατη ή εξαιρετικά δύσκολη. Ο δικαιούχος ενημερώνει πάραυτα την Εθνική Υπηρεσία για την αναστολή της δραστηριότητας προσκομίζοντας όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και διευκρινίσεις και αναφέρει την προβλεπόμενη ημερομηνία επανέναρξης της εκτέλεσης.

II.7.2 Εάν η Εθνική Υπηρεσία δεν λύσει τη Σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ.11.2, ο δικαιούχος προβαίνει σε επανέναρξη της εκτέλεσης ευθύς μόλις συντρέξουν οι προϋποθέσεις, ενημερώνει δε σχετικά την Εθνική Υπηρεσία. Η διάρκεια της δραστηριότητας παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ισοδύναμο με τη διάρκεια της αναστολής. Η παράταση της διάρκειας της δραστηριότητας και οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις για την αναπροσαρμογή της δραστηριότητας στις νέες συνθήκες εκτέλεσης αποτελούν αντικείμενο πρόσθετης γραπτής συμφωνίας (τροποποίηση) με βάση τις διατάξεις του άρθρου ΙΙ.13.

ΑΡΘΡΟ II.8 – ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ

II.8.1 Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτη και εξαιρετική κατάσταση ή συμβάν το οποίο είναι ανεξάρτητο από τη βούληση των μερών της Σύμβασης και δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε σφάλμα ή παράλειψη εκ μέρους τους, εμποδίζει δε ένα από τα μέρη της Σύμβασης να εκπληρώσει κάποια από τις συμβατικές του υποχρεώσεις και η οποία δεν κατέστη δυνατόν να υπερκεραστεί παρά την επιδειχθείσα από τα μέρη επιμέλεια. Τα ελαττώματα εξοπλισμού ή υλικού ή η καθυστερημένη διάθεσή τους (στο βαθμό που δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία), οι εργασιακές συγκρούσεις, οι απεργίες και οι οικονομικές δυσχέρειες δεν είναι δυνατόν να προβάλλονται ως περιπτώσεις ανωτέρας βίας από το ασυνεπές ως προς τις υποχρεώσεις του μέρος.

II.8.2 Εάν ένα από τα μέρη της Σύμβασης αντιμετωπίζει περίπτωση ανωτέρας βίας, ειδοποιεί αμελλητί το έτερο μέρος, με συστημένη επιστολή έναντι απόδειξης παραλαβής ή με ισοδύναμο μέσο, διευκρινίζοντας τη φύση, την πιθανή διάρκεια και τα προβλεπόμενα αποτελέσματα της κατάστασης αυτής.

II.8.3 Κανένα από τα μέρη δεν θεωρείται ότι δεν έχει εκπληρώσει κάποια από τις υποχρεώσεις του εάν εμποδίζεται σ” αυτό από ανωτέρα βία. Τα μέρη της Σύμβασης λαμβάνουν κάθε μέτρο για να ελαχιστοποιούν τις ζημίες που ενδέχεται να προκύψουν από ανωτέρα βία.

II.8.4 Η δραστηριότητα είναι δυνατόν να ανασταλεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου ΙΙ.7.

ΑΡΘΡΟ II.9 – ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ

II.9.1 Όταν ο δικαιούχος οφείλει να συνάψει συμβάσεις για τις ανάγκες της εκτέ λεσης της δραστηριότητας, οι οποίες συνιστούν δαπάνες της δραστηριότητας εντασσόμενες σε τομέα άμεσων επιλέξιμων δαπανών του προσωρινού προϋπολογισμού, οφείλει να διοργανώσει διαγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων αναδόχων και να αναθέσει κάθε επιμέρους σύμβαση στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, δηλαδή στην προσφορά που παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας τιμής με βάση τις αρχές της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων και φροντίζοντας για την αποφυγή περιπτώσεων σύγκρουσης συμφερόντων.

II.9.2 Η σύναψη συμβάσεων που προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ.9.1 είναι δυνατή μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Αφορά στην εκτέλεση μόνο ενός περιορισμένου μέρους της δραστηριότητας,
  • β) Πρέπει να δικαιολογείται από τη φύση της δραστηριότητας και από τις ανάγκες της υλοποίησής της,
  • γ) οι προς εκτέλεση εργασίες αναφέρονται στο παράρτημα Ι, ενώ οι αντίστοιχες προεκτιμώμενες δαπάνες διευκρινίζονται στον προϋπολογισμό του παραρτήματος Ι,
  • δ) η ενδεχόμενη σύναψη συμβάσεων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της δραστηριότητας, εφόσον δεν είχε προβλεφθεί αρχικά στην αίτηση επιχορήγησης, υπόκειται στην προηγούμενη γραπτή έγκριση της Εθνικής Υπηρεσίας,
  • ε) ο δικαιούχος παραμένει ο μόνος υπεύθυνος για την εκτέλεση της δραστηριότητας και για την τήρηση των διατάξεων της Σύμβασης. Ο δικαιούχος δεσμεύεται να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο ανάδοχος της σύμβασης να παραιτείται από τη διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος έναντι της Εθνικής Υπηρεσίας στο πλαίσιο της Σύμβασης.
  • στ) ο δικαιούχος δεσμεύεται ώστε οι όροι που ισχύουν γι” αυτόν βάσει των άρθρων II.1, II.2, II.3, II.4, II.5, II.6, ΙΙ.10 και II.19 της Σύμβασης να ισχύουν και για τον ανάδοχο της επί μέρους σύμβασης.

ΑΡΘΡΟ II.10 – ΕΚΧΩΡΗΣΗ

Οι απαιτήσεις έναντι της Εθνικής Υπηρεσίας είναι μη εκχωρήσιμες.

Κατ” εξαίρεση σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να εγκρίνει την εκχώρηση της Σύμβασης ή μέρους αυτής και των συνακόλουθων πληρωμών σε τρίτο μέρος, μετά από γραπτή αιτιολογημένη αίτηση του δικαιούχου. Η Εθνική Υπηρεσία οφείλει να κοινοποιήσει γραπτώς την ενδεχόμενη συγκατάθεσή της πριν από την προβλεπόμενη εκχώρηση. Χωρίς την προαναφερόμενη συγκατάθεση, ή σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της, η εκχώρηση δεν αντιτάσσεται κατά της Εθνικής Υπηρεσίας και δεν παράγει αποτελέσματα έναντι αυτής.
Σε καμία περίπτωση, μεταβίβαση αυτού του είδους δεν αποδεσμεύει τον δικαιούχο από τις υποχρεώσεις του έναντι της Εθνικής Υπηρεσίας.

ΑΡΘΡΟ ΙΙ.11 – ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

II.11.1 Από τον δικαιούχο

Σε περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, ο δικαιούχος μπορεί να παραιτηθεί από την επιχορήγηση και να λύσει τη Σύμβαση ανά πάσα στιγμή, μέσω έγγραφης και αιτιολογημένης προειδοποίησης προθεσμίας 60 ημερών και χωρίς υποχρέωση οποιασδήποτε σχετικής αποζημίωσης. Σε περίπτωση έλλειψης επαρκούς αιτιολόγησης ή απόρριψης από την Εθνική Υπηρεσία της προβαλλόμενης αιτιολόγησης, η λύση εκ μέρους του δικαιούχου κρίνεται καταχρηστική και συνεπάγεται τις συνέπειες που προβλέπονται στο τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου ΙΙ.11.4.

II.11.2 Από την Εθνική Υπηρεσία

Η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να αποφασίσει να λύσει τη Σύμβαση, χωρίς να υποχρεούται σε καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) όταν μεταβολή νομική, οικονομική, τεχνική, οργανωτική ή ελέγχου του δικαιούχου είναι δυνατόν να επηρεάσει ουσιωδώς τη Σύμβαση ή να θέσει υπό αμφισβήτηση την απόφαση χορήγησης της επιχορήγησης,
  • β) όταν ο δικαιούχος δεν εκπληρώνει κάποια από τις ουσιώδεις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης, συμπεριλαμβανόμενων όσων απορρέουν από τα παραρτήματα της,
  • γ) σε περίπτωση ανωτέρας βίας, η οποία γνωστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ.8, ή σε περίπτωση αναστολής της δραστηριότητας λόγω έκτακτων περιστάσεων, η οποία γνωστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ.7,
  • δ) όταν ο δικαιούχος κηρύσσεται σε πτώχευση ή η επιχείρησή του τίθεται υπό εκκαθάριση ή οποιαδήποτε ανάλογη διαδικασία,
  • ε) όταν εις βάρος του δικαιούχου εκδοθεί καταδικαστική απόφαση με ισχύ δεδικασμένου για αδίκημα που θίγει το επαγγελματικό του κύρος, ή διαπράττει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα το οποίο βεβαιώνεται με οποιοδήποτε ενδεδειγμένο μέσο,
  • στ) όταν ο δικαιούχος προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις ή παρέχει εκθέσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με σκοπό την εξασφάλιση της επιχορήγησης που προβλέπεται στη Σύμβαση,
  • ζ) όταν ο δικαιούχος, από πρόθεση ή από αμέλεια, διαπράττει ουσιώδη παρατυπία κατά την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και σε περίπτωση απάτης, δωροδοκίας ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εκ μέρους του δικαιούχου, η οποία θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ουσιώδη παρατυπία συνιστά κάθε παραβίαση συμβατικής ή κανονιστικής διάταξης που απορρέει από πράξη ή παράλειψη του δικαιούχου, η οποία οδηγεί ή μπορεί να οδηγήσει σε ζημία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II.11.3 Κανόνες λύσης

Η διαδικασία κινείται με συστημένη επιστολή έναντι απόδειξης παραλαβής ή με ισοδύναμο μέσο.

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα σημεία α), β) και δ) του άρθρου ΙΙ.11.2, ο δικαιούχος διαθέτει προθεσμία 30 ημερών για να γνωστοποιήσει τις παρατηρήσεις του και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, εφόσον συντρέχει λόγος, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συνέχεια στην τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Εάν οι παρατηρήσεις αυτές δεν γίνουν αποδεκτές, με γραπτή επιβεβαίωση εκ μέρους της Εθνικής Υπηρεσίας εντός 30 ημερών από την παραλαβή τους, η διαδικασία συνεχίζεται.

Σε περίπτωση προειδοποίησης, η λύση της Σύμβασης παράγει αποτέλεσμα κατά τη λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης, η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία παραλαβής της απόφασης της Εθνικής Υπηρεσίας για τη λύση της Σύμβασης.

Εάν δεν υπάρξει προειδοποίηση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα σημεία γ), ε), στ) και ζ) του άρθρου ΙΙ.11.2, η λύση της Σύμβασης παράγει αποτέλεσμα από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης της Εθνικής Υπηρεσίας για τη λύση της Σύμβασης.

II.11.4 Αποτελέσματα της λύσης

Σε περίπτωση λύσης της Σύμβασης, οι πληρωμές της Εθνικής Υπηρεσίας περιορίζονται στις επιλέξιμες δαπάνες που έχουν πράγματι καταβληθεί από το δικαιούχο μέχρι την ημερομηνία έναρξης των αποτελεσμάτων της λύσης με βάση τις διατάξεις του άρθρου II.17. Οι δαπάνες που σχετίζονται με τρέχουσες υποχρεώσεις, οι οποίες πρόκειται να καταβληθούν μετά τη λύση της Σύμβασης δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο δικαιούχος διαθέτει προθεσμία 60 ημερών από την ημερομηνία έναρξης των αποτελεσμάτων της λύσης της Σύμβασης που κοινοποιήθηκε από την Εθνική Υπηρεσία για να υποβάλει αίτηση τελικής πληρωμής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου ΙΙ.15.4. Εάν δεν παραληφθεί τέτοια αίτηση τελικής πληρωμής εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Εθνική Υπηρεσία δεν προβαίνει σε πληρωμή των δαπανών που έχουν καταβληθεί από τον δικαιούχο μέχρι την ημερομηνία λύσης της Σύμβασης και αναζητά ως αχρεωστήτως καταβληθέν , εφόσον συντρέχει περίπτωση, κάθε ποσό του οποίου η χρησιμοποίηση δεν έχει αιτιολογηθεί με εκθέσεις τεχνικής και χρηματοοικονομικής εκτέλεσης εγκεκριμένες από την ίδια.

Κατ” εξαίρεση, κατά τη λήξη της προειδοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο ΙΙ.11.3, εφόσον η Εθνική Υπηρεσία λύει τη Σύμβαση γιατί ο δικαιούχος δεν προσκόμισε τις τελικές εκθέσεις τεχνικής και χρηματοοικονομικής εκτέλεσης εντός της προθεσμίας του άρθρου I.5 και δεν εκπλήρωσε ακόμη αυτή την υποχρέωση εντός δύο μηνών μετά τη γραπτή υπενθύμιση που του κοινοποίησε η Εθνική Υπηρεσία για το σκοπό αυτό με συστημένη επιστολή έναντι απόδειξης παραλαβής ή με ισοδύναμο μέσο, η Εθνική Υπηρεσία δεν προβαίνει στην επιστροφή των δαπανών που καταβλήθηκαν από τον δικαιούχο μέχρι την ημερομηνία λήξης της δραστηριότητας και αναζητά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, κάθε ποσό του οποίου η χρησιμοποίηση δεν έχει αιτιολογηθεί με εκθέσεις τεχνικής και χρηματοοικονομικής εκτέλεσης εγκεκριμένες από την ίδια.

Κατ” εξαίρεση, σε περίπτωση καταχρηστικής λύσης εκ μέρους του δικαιούχου καθώς και σε περίπτωση λύσης εκ μέρους της Εθνικής Υπηρεσίας για τους λόγους που αναφέρονται στα σημεία ε), στ) ή ζ) του άρθρου ΙΙ.11.2, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να απαιτήσει την επιστροφή εν μέρει ή συνολικά των ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης και βάσει εκθέσεων τεχνικής και χρηματοοικονομικής εκτέλεσης εγκεκριμένων από την ίδια, κατ” αναλογία προς τη βαρύτητα των καταλογιζόμενων παραπτωμάτων και αφού δοθεί στον δικαιούχο η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

ΑΡΘΡΟ II.12 – ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Βάσει του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε δικαιούχος που κρίθηκε ότι διέπραξε βαρύ παράπτωμα κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του είναι δυνατόν να υποστεί οικονομικές κυρώσεις δυνάμενες να ανέλθουν σε ποσοστό από 2% έως 10% του ύψους της σχετικής κοινοτικής χρηματοδότησης με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξηθεί σε ποσοστό από 4% έως 20% σε περίπτωση υποτροπής εντός των πέντε ετών που έπονται της πρώτης παράβασης. Η ενδεχόμενη απόφαση της Εθνικής Υπηρεσίας για την εφαρμογή αυτών των οικονομικών κυρώσεων γνωστοποιείται εγγράφως στο δικαιούχο.

ΑΡΘΡΟ II.13 – ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ

II.13.1 Κάθε τροποποίηση των όρων της Σύμβασης πρέπει να αποτελεί αντικείμενο γραπτού πρόσθετου συμφώνου. Καμία προφορική συμφωνία δεν μπορεί να δεσμεύσει τα μέρη προς τούτο.

II.13.2 Το πρόσθετο σύμφωνο δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα ουσιώδεις τροποποιήσεις της Σύμβασης δυνάμενες να θέσουν υπό αμφισβήτηση την απόφαση χορήγησης της επιχορήγησης, ούτε να παραβιάζει την ίση μεταχείριση των αιτούντων επιχορήγηση.

II.13.3 Όταν η αίτηση τροποποίησης προέρχεται από τον δικαιούχο, αυτός οφείλει να την απευθύνει στην Εθνική Υπηρεσία εγκαίρως πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης των αποτελεσμάτων της τροποποίησης και, εν πάση περιπτώσει, ένα μήνα πριν από την ημερομηνία λήξης της δραστηριότητας, εκτός εάν πρόκειται για περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες από τον δικαιούχο και αποδεκτές από την Εθνική Υπηρεσία.

ΜΕΡΟΣ B – ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ II.14 – ΕΠΙΛΕΞΙΜΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

II.14.1 Οι δαπάνες της δραστηριότητας για να μπορέσουν να θεωρηθούν επιλέξιμες πρέπει να ανταποκρίνονται στα ακόλουθα γενικά κριτήρια:

  • να έχουν συνάφεια με το αντικείμενο της Σύμβασης και να προβλέπονται στον προϋπολογισμό που προσαρτάται στη Σύμβαση,
  • να είναι απαραίτητες για την εκτέλεση της δραστηριότητας που αποτελεί αντικείμενο της Σύμβασης,
  • να είναι εύλογες, αιτιολογημένες και να ανταποκρίνονται στις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως στις αρχές της οικονομίας και της σχέσης κόστους – αποτελεσματικότητας,
  • να παράγονται κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο Ι.2.2 της Σύμβασης,
  • να έχουν πράγματι καταβληθεί από το δικαιούχο, να έχουν εγγραφεί στα λογιστικά του βιβλία σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτόν λογιστικές αρχές και να έχουν αποτελέσει αντικείμενο των δηλώσεων που απαιτούνται από τις κείμενες φορολογικές και κοινωνικό –ασφαλιστικές διατάξεις,
  • να είναι αναγνωρίσιμες και ελέγξιμες.

Η κάλυψη των επιλέξιμων δαπανών από επιχορήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να λάβει τις ακόλουθες μορφές, ανάλογα με τις κατηγορίες δαπανών και τις διατάξεις που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό στους Ειδικούς Όρους της Σύμβασης:

  • επιστροφή καθορισμένου ποσοστού των επιλέξιμων δαπανών που έχουν όντως καταβληθεί,
  • κατ’ αποκοπή ποσά,
  • χρηματοδότηση βάσει ποσών ανά μονάδα κόστους ή βάσει κατ’ αποκοπή ποσού.

Οι διαδικασίες λογιστικής και εσωτερικού ελέγχου του δικαιούχου πρέπει να καθιστούν δυνατή την άμεση αντιστοίχιση των δαπανών και εσόδων που δηλώνονται στο πλαίσιο της δραστηριότητας, με τις λογιστικές καταστάσεις και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά.

II.14.2 Οι άμεσες επιλέξιμες δαπάνες της δραστηριότητας είναι οι δαπάνες οι οποίες, με βάση τους όρους επιλεξιμότητας του άρθρου ΙΙ.14.1, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ειδικές δαπάνες της δραστηριότητας, άμεσα συνδεόμενες με την εκτέλεσή της και δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο άμεσου καταλογισμού. Εφόσον ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου ΙΙ.14.1, επιλέξιμες είναι κυρίως οι ακόλουθες άμεσες δαπάνες:

  • οι δαπάνες του προσωπικού που αναλαμβάνει την εκτέλεση της δραστηριότητας, οι οποίες αντιστοιχούν στους πραγματικούς μισθούς προσαυξημένες με τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και τις λοιπές νόμιμες δαπάνες που εντάσσονται στις αποδοχές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν τις μέσες τιμές που εφαρμόζει συνήθως ο δικαιούχος για τις αμοιβές του προσωπικού του,
  • τα οδοιπορικά και τα έξοδα διαμονής του προσωπικού που συμμετέχει στην δραστηριότητα, υπό την προϋπόθεση ότι αντιστοιχούν στις τιμές που εφαρμόζει συνήθως ο δικαιούχος για τα εκτός έδρας έξοδα ή ότι δεν υπερβαίνουν τις κλίμακες τιμών που εγκρίνονται ετησίως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
  • οι δαπάνες αγοράς εξοπλισμού (νέου ή μεταχειρισμένου), υπό την προϋπόθεση ότι τα σχετικά είδη αποσβένονται σύμφωνα με τους φορολογικούς και λογιστικούς κανόνες που ισχύουν για το δικαιούχο και είναι εν γένει αποδεκτοί για είδη της ίδιας κατηγορίας. Ωστόσο, μόνο το μέρος της απόσβεσης που αντιστοιχεί στη διάρκεια της δραστηριότητας και στο ποσοστό χρησιμοποίησης του αντίστοιχου είδους για τους σκοπούς της δραστηριότητας μπορεί να ληφθεί υπόψη από την Εθνική Υπηρεσία, εκτός εάν η φύση ή /και χρήση του εκάστοτε είδους δικαιολογεί διαφορετική κάλυψη εκ μέρους της Εθνικής Υπηρεσίας,
  • οι δαπάνες για αναλώσιμα και προμήθειες, υπό την προϋπόθεση ότι είναι αναγνωρίσιμες και ότι αφορούν όντως τη συγκεκριμένη δραστηριότητα,
  • οι δαπάνες που απορρέουν από άλλες συμβάσεις που έχει συνάψει ένας δικαιούχος για τις ανάγκες εκτέλεσης της δραστηριότητας, αρκεί να τηρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο ΙΙ.9,
  • οι δαπάνες που απορρέουν απευθείας από απαιτήσεις της Σύμβασης (διάδοση πληροφοριών, αξιολόγηση της δραστηριότητας, λογιστικοί έλεγχοι, μεταφράσεις, αναπαραγωγή εγγράφων κ.λπ.), συμπεριλαμβανόμενων, εφόσον συντρέχει περίπτωση, των εξόδων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (ιδίως για οικονομικές εγγυήσεις).

II.14.3 Οι έμμεσες επιλέξιμες δαπάνες της δραστηριότητας είναι οι δαπάνες οι οποίες με βάση τους όρους επιλεξιμότητας του άρθρου ΙΙ.14.1, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ειδικές δαπάνες της δραστηριότητας, άμεσα συνδεδεμένες με την εκτέλεσή της και δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο άμεσου καταλογισμού, αλλά στις δαπάνες αυτές δεν μπορεί να συμπεριληφθεί καμία άμεση επιλέξιμη δαπάνη.

Οι έμμεσες δαπάνες για την πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανταποκρίνονται είτε στις δαπάνες που όντως καταβλήθηκαν υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αναγνωριστούν και να αιτιολογηθούν από το λογιστικό του σύστημα του δικαιούχου είτε σε κατ” αποκοπή ποσό που καθορίζεται ως μέγιστο ποσοστό μέχρι το 7% των συνολικών άμεσων επιλέξιμων δαπανών[1], σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό στο άρθρο I.3.3. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτείται η αιτιολόγηση των αντίστοιχων δαπανών με λογιστικά έγγραφα.

II.14.4 Μη επιλέξιμες θεωρούνται οι ακόλουθες δαπάνες:

  • οι αμοιβές κεφαλαίου,
  • τα χρέη και οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις,
  • οι προβλέψεις για ζημίες ή για ενδεχόμενες μελλοντικές υποχρεώσεις,
  • οι χρεωστικοί τόκοι,
  • οι επισφαλείς απαιτήσεις,
  • οι συναλλαγματικές απώλειες,
  • ο ΦΠΑ, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο δικαιούχος αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να τον ανακτήσει,
  • οι δαπάνες που δηλώνονται και καλύπτονται στο πλαίσιο άλλης δραστηριότητας ή προγράμματος εργασίας που συνεπάγεται επιχορήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
  • οι υπέρμετρες ή απερίσκεπτες δαπάνες.

II.14.5 Οι ενδεχόμενες εισφορές σε είδος δεν συνιστούν επιλέξιμες δαπάνες. Ωστόσο, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να δεχθεί, σε εξαιρετικές δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η συγχρηματοδότηση της δραστηριότητες που αναφέρεται στο άρθρο I.3.3, να συνίσταται συνολικά ή εν μέρει σε εισφορές σε είδος. Στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της συνεισφοράς δεν πρέπει να υπερβαίνει:

  • ούτε τις πραγματικά καταβληθείσες και δεόντως αιτιολογημένες δαπάνες από τα λογιστικά έγγραφα τρίτων, οι οποίοι πραγματοποίησαν αυτές τις εισφορές στον δικαιούχο δωρεάν, αλλά αναλαμβάνοντας το αντίστοιχο κόστος τους,
  • ούτε τις γενικά αποδεκτές δαπάνες στην οικεία αγορά για το οικείο είδος εισφοράς όταν δεν έχει καταβληθεί καμία δαπάνη.

Αποκλείονται από τη δυνατότητα αυτή οι εισφορές υπό μορφή ακινήτων.

Στην περίπτωση συγχρηματοδότησης σε είδος, οι αποτιμώμενες κατ” αυτό τον τρόπο εισφορές εμφαίνονται κατά το ίδιο ποσό στις δαπάνες της δραστηριότητας ως μη επιλέξιμες δαπάνες, και στα έσοδα της δραστηριότητας ως συγχρηματοδότηση σε είδος. Ο δικαιούχος δεσμεύεται να εξασφαλίζει τις εισφορές αυτές με βάση τους όρους που προβλέπονται στη Σύμβαση.

II.14.6 Κατά παρέκκλιση του άρθρου ΙΙ.14.3, οι έμμεσες δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο επιχορήγησης δραστηριότητας που χορηγείται σε δικαιούχο ο οποίος λαμβάνει ήδη, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, λειτουργική επιχορήγηση από την Εθνική Υπηρεσία.

ΑΡΘΡΟ II.15 – ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Οι πληρωμές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο Ι.4 των Ειδικών Όρων.

II.15.1 – Προκαταβολή

Η προκαταβολή αποβλέπει στην παροχή χρηματικού αποθέματος στο δικαιούχο.

II.15.2 – Διαδικασία καταβολής ενδιάμεσων πληρωμών

Δεν εφαρμόζεται

II.15.3 Ενδιάμεση πληρωμή

Δεν εφαρμόζεται

II.15.4 Αποπληρωμή

Η αποπληρωμή, με την οποία ολοκληρώνεται η δραστηριότητα, πραγματοποιείται μετά τη λήξη της δραστηριότητας με βάση την πραγματική εκτέλεση της αυτής και τις δαπάνες που καταβλήθηκαν πράγματι από το δικαιούχο για τον σκοπό αυτό. Η πληρωμή αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή εντάλματος είσπραξης, όταν το συνολικό ποσό των προκαταβολών υπερβαίνει το ποσό της τελικής επιχορήγησης που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου II.17.

Κατά τη λήξη της αντίστοιχης προθεσμίας, του άρθρου Ι.5, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση πληρωμής του υπολοίπου συνοδευόμενη από τα ακόλουθα έγγραφα:

  • τελική έκθεση σχετικά με την εκτέλεση της δραστηριότητας,
  • τελική αναλυτική κατάσταση των επιλέξιμων δαπανών που έχουν πράγματι καταβληθεί, με γνώμονα τη δομή του εγκεκριμένου προϋπολογισμού, που καθιστά δυνατή την αιτιολόγηση της αιτηθείσας χρηματοδότησης ως ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών που έχουν καταβληθεί,
  • τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό και την αιτιολόγηση της χρηματοδότησης που ζητήθηκε με τη μορφή συνεισφορών κατ’ αποκοπή ή ποσών ανά μονάδα κόστους με βάση την πραγματική εκτέλεση της δραστηριότητας, εάν ισχύει βάσει του άρθρου I.3.3,
  • πλήρη ανακεφαλαιωτική κατάσταση των εσόδων και των πραγματικών δαπανών της δραστηριότητας,
  • όταν τούτο απαιτείται στο άρθρο Ι.4.. «Κανόνες Πληρωμής», πιστοποιητικό σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις και τους υποκείμενους λογαριασμούς της δραστηριότητας που να έχει εκδοθεί από εγκεκριμένο ελεγκτή ή, σε περίπτωση δημόσιου οργανισμού, από αρμόδιο και ανεξάρτητο δημόσιο λειτουργό. Ο εν λόγω λογιστικός έλεγχος σκοπό έχει να πιστοποιήσει ότι τα παραστατικά που έχουν υποβληθεί από τον δικαιούχο στην Εθνική Υπηρεσία είναι σύμφωνα με τις χρηματοοικονομικές διατάξεις της Σύμβασης, ότι οι δηλωθείσες δαπάνες είναι πραγματικές, ακριβείς και επιλέξιμες και τα δηλωθέντα έσοδα πλήρη.

Τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση πληρωμής συντάσσονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου Ι.5 και τα Παραρτήματα. Ο δικαιούχος βεβαιώνει υπευθύνως τον πλήρη, αξιόπιστο και ειλικρινή χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής του. Ιδιαίτερα, βεβαιώνει ότι οι δαπάνες που έχουν καταβληθεί μπορούν να θεωρηθούν επιλέξιμες σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης και ότι η αίτηση πληρωμής του τεκμηριώνεται με δικαιολογητικά που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου.

Μετά την παραλαβή των ως άνω εγγράφων, η Εθνική Υπηρεσία διαθέτει την οριζόμενη στο προαναφερόμενο άρθρο Ι.4 προθεσμία εξέτασης για:

– να εγκρίνει την τελική έκθεση σχετικά με την εκτέλεση της δραστηριότητας,
– να ζητήσει από τον δικαιούχο δικαιολογητικά και κάθε άλλο συμπληρωματικό πληροφοριακό στοιχείο που κρίνει αναγκαίο για την έγκριση της έκθεσης αυτής,
– να απορρίψει την έκθεση και να ζητήσει τη σύνταξη νέας.

Εάν η Εθνική Υπηρεσία δεν αποφανθεί γραπτώς εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας εξέτασης των ως άνω αναφερόμενων εγγράφων, η έκθεση λογίζεται εγκριθείσα. Η έγκριση της έκθεσης που συνοδεύει την αίτηση πληρωμής δεν συνεπάγεται αναγνώριση ούτε της κανονικότητας ούτε του αυθεντικού, πλήρους και ορθού χαρακτήρα των δηλώσεων και των πληροφοριακών στοιχείων που περιέχονται σε αυτή.

Οι αιτήσεις συμπληρωματικών πληροφοριακών στοιχείων ή νέας έκθεσης κοινοποιούνται στον δικαιούχο εγγράφως. Ο δικαιούχος διαθέτει τότε την προβλεπόμενη στο προαναφερθέν άρθρο Ι.4 προθεσμία για να υποβάλει τα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία ή τα ζητηθέντα νέα έγγραφα.

Σε περίπτωση αίτησης συμπληρωματικών πληροφοριών, η προθεσμία εξέτασης παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα που καθορίζεται για τη λήψη των πληροφοριών αυτών.

Σε περίπτωση απόρριψης της έκθεσης και αίτησης νέας, η έκθεση αυτή υποβάλλεται στη διαδικασία έγκρισης που περιγράφεται στο παρόν άρθρο.

Σε περίπτωση νέας απόρριψης, η Εθνική Υπηρεσία επιφυλάσσεται του δικαιώματος να λύσει τη Σύμβαση επικαλούμενη το σημείο β) του άρθρου ΙΙ.11.2.

ΑΡΘΡΟ II.16 – ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΛΗΡΩΜΩΝ

II.16.1 Οι πληρωμές πραγματοποιούνται από την Εθνική Υπηρεσία σε ευρώ. Η ενδεχόμενη μετατροπή σε ευρώ των πραγματικών δαπανών πραγματοποιείται με βάση την ημερήσια ισοτιμία που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή, σε διαφορετική περίπτωση, με βάση τη μηνιαία λογιστική ισοτιμία που καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δημοσιεύεται στον δικτυακό της τόπο, κατά την ημέρα σύνταξης του εντάλματος πληρωμής από την Εθνική Υπηρεσία, εκτός εάν προβλέπονται ειδικές διατάξεις στους Ειδικούς Όρους της Σύμβασης.

Οι πληρωμές εκ μέρους της Εθνικής Υπηρεσίας λογίζονται ότι πραγματοποιούνται την ημερομηνία χρέωσης του λογαριασμού της Εθνικής Υπηρεσίας.

II.16.2 Η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στο άρθρο Ι.4 μπορεί να ανασταλεί από την Εθνική Υπηρεσία ανά πάσα στιγμή μέσω γνωστοποίησης στον εκάστοτε δικαιούχο ότι η αίτησή πληρωμής του δεν μπορεί να γίνει δεκτή είτε γιατί δεν είναι σύμφωνη με τις συμβατικές διατάξεις είτε γιατί δεν έχουν προσκομιστεί τα ενδεδειγμένα δικαιολογητικά ή γιατί υπάρχει υπόνοια ότι ορισμένες δαπάνες που εμφανίζονται στην προσκομισθείσα αναλυτική κατάσταση δεν είναι επιλέξιμες, και τούτο με σκοπό να πραγματοποιηθούν συμπληρωματικές επαληθεύσεις.

Επίσης, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί ανά πάσα στιγμή να αναστείλει τις πληρωμές της σε περίπτωση αποδεδειγμένης ή εικαζόμενης παραβίασης εκ μέρους του δικαιούχου των διατάξεων της Σύμβασης, ιδίως μετά τα αποτελέσματα των λογιστικών και λοιπών ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο II.19.

Η Εθνική Υπηρεσία γνωστοποιεί την αναστολή αυτή στον δικαιούχο με συστημένη επιστολή έναντι απόδειξης παραλαβής ή με ισοδύναμο μέσο. Η αναστολή αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία αποστολής της σχετικής γνωστοποίησης από την Εθνική Υπηρεσία. Η υπολειπόμενη προθεσμία πληρωμής αρχίζει πάλι να τρέχει από την ημερομηνία καταχώρισης της ορθώς καταρτισθείσας αίτησης πληρωμής, από την παραλαβή των ζητηθέντων δικαιολογητικών ή από τη λήξη της περιόδου αναστολής, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε από την Εθνική Υπηρεσία.

II.16.3 Μετά την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής που καθορίζεται στο άρθρο Ι.4 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου ΙΙ.16.2, ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει, εντός δύο μηνών από την είσπραξη της καθυστερημένης πληρωμής, την καταβολή τόκων υπερημερίας με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κυριότερες πράξεις της επαναχρηματοδότησης σε ευρώ, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι μονάδες. Το επιτόκιο αναφοράς στο οποίο εφαρμόζεται η προσαύξηση είναι το επιτόκιο που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα της καταληκτικής ημερομηνίας πληρωμής, όπως αυτό δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C.
Οι τόκοι υπερημερίας αναφέρονται στην περίοδο που έχει μεσολαβήσει από την επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας πληρωμής μέχρι και την ημερομηνία πληρωμής όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο ΙΙ.16.1. Οι τόκοι αυτοί δεν θεωρούνται ως έσοδα για τον προσδιορισμό της τελικής επιχορήγησης κατά την έννοια του άρθρου ΙΙ.17.4. Η αναστολή πληρωμής εκ μέρους της Εθνικής Υπηρεσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθυστέρηση πληρωμής.

II.16.4 Δεν ισχύει (nihil)

II.16.5 Ο δικαιούχος διαθέτει προθεσμία δύο μηνών από την ημερομηνία που η Εθνική Υπηρεσία του γνωστοποιήσει το τελικό ποσό της επιχορήγησης που καθορίζει το ποσό της πληρωμής του υπολοίπου ή του εντάλματος είσπραξης κατ” εφαρμογή του άρθρου II.17 ή, σε διαφορετική περίπτωση, από την ημερομηνία είσπραξης της πληρωμής του υπολοίπου, για να ζητήσει εγγράφως πληροφορίες σχετικά με τον προσδιορισμό της τελικής επιχορήγησης, αιτιολογώντας τις ενδεχόμενες αμφισβητήσεις. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, δεν θα λαμβάνονται υπόψη οι εν λόγω αιτήσεις ενημέρωσης. Η Εθνική Υπηρεσία δεσμεύεται να απαντά εγγράφως εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης ενημέρωσης, αιτιολογώντας την απάντησή της. Η διαδικασία αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα του δικαιούχου να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης της Εθνικής Υπηρεσίας κατ” εφαρμογή του άρθρου I.8. Σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, οι προσφυγές αυτές πρέπει να ασκούνται εντός δύο μηνών από τη γνωστοποίηση της απόφασης στον αιτούντα ή, σε διαφορετική περίπτωση, από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση περιήλθε σε γνώση του.

ΑΡΘΡΟ II.17 – ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

II.17.1 Η Εθνική Υπηρεσία, με την επιφύλαξη των πληροφοριών που έλαβε μεταγενέστερα κατ” εφαρμογή του άρθρου ΙΙ.19, καθορίζει το ύψος της τελικής επιχορήγησης που θα χορηγηθεί στον δικαιούχο βάσει των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο ΙΙ.15.4 και που έχουν εγκριθεί από αυτή.

II.17.2 Σε καμία περίπτωση το συνολικό ποσό που καταβάλλεται από την Εθνική Υπηρεσία προς τον δικαιούχο δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγιστο ποσό επιχορήγησης που καθορίζεται στο άρθρο Ι.3.4, ακόμη και αν οι συνολικές επιλέξιμες πραγματικές δαπάνες υπερβαίνουν το συνολικό ύψος των εγκεκριμένων επιλέξιμων δαπανών που αναφέρεται στο άρθρο Ι.3.1.

II.17.3 Όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες που καλύπτονται βάσει καθορισμένου ποσοστού επιστροφής, σε περίπτωση που οι επιλέξιμες πραγματικές δαπάνες κατά τη λήξη της δραστηριότητας είναι χαμηλότερες από τις συνολικές εγκεκριμένες επιλέξιμες δαπάνες, η συμμετοχή της Εθνικής Υπηρεσίας στις δαπάνες αυτές περιορίζεται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού της επιχορήγησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προβλέπεται στο Παράρτημα III για τις επιλέξιμες πραγματικές δαπάνες που έχουν εγκριθεί από την Εθνική Υπηρεσία. Όσον αφορά τις επιλέξιμες δαπάνες που καλύπτονται βάσει ποσών ανά μονάδα κόστους, η συμμετοχή της Εθνικής Υπηρεσίας στις δαπάνες αυτές καθορίζεται με την εφαρμογή των αντίστοιχων τύπων υπολογισμού με βάση την πραγματική εκτέλεση της δραστηριότητας.

Η συμμετοχή της Εθνικής Υπηρεσίας στις επιλέξιμες δαπάνες που καλύπτονται από κατ’ αποκοπή χρηματοδοτήσεις ή βάσει ποσών ανά μονάδα κόστους περιορίζεται, σε κάθε περίπτωση, στο συνολικό ανώτατο όριο που αναφέρεται για τον σκοπό αυτό στο Παράρτημα III. Σε περίπτωση που, στο τέλος της εκτέλεσης της δραστηριότητας, οι ειδικές προϋποθέσεις ή οι ειδικές αιτιολογήσεις για τη χορήγηση αυτής της συμμετοχής που προβλέπονται στους Ειδικούς Όρους της Σύμβασης, δεν πληρούνται ή πληρούνται μόνο εν μέρει, η Εθνική Υπηρεσία καταργεί ή μειώνει τη συμμετοχή της ανάλογα με τον βαθμό πραγματικής κάλυψης των ειδικών προϋποθέσεων ή των αιτιολογήσεων χορήγησης.

II.17.4 Ο δικαιούχος αποδέχεται ότι η επιχορήγηση περιορίζεται στο ποσό που είναι αναγκαίο για την ισοσκέλιση των εσόδων και δαπανών της δραστηριότητας καθώς και ότι η επιχορήγηση, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να του εξασφαλίζει κέρδος.
Ως κέρδος ορίζεται το ενδεχόμενο πλεόνασμα των συνολικών πραγματικών εσόδων της δραστηριότητας σε σχέση με τις συνολικές πραγματικές της δαπάνες. Τα πραγματικά έσοδα που λαμβάνονται υπόψη είναι αυτά που βεβαιώνονται, δημιουργούνται ή επιβεβαιώνονται την ημερομηνία κατάρτισης από τον δικαιούχο της αίτησης πληρωμής του υπολοίπου για τις εξωτερικές, σε σχέση με την επιχορήγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χρηματοδοτήσεις, στις οποίες προστίθεται το ποσό της επιχορήγησης που προσδιορίζεται με βάση τις αρχές των άρθρων ΙΙ.17.2 και ΙΙ.17.3. Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου ΙΙ.17 λαμβάνονται υπόψη μόνο οι πραγματικές δαπάνες της δραστηριότητας που αντιστοιχούν στις κατηγορίες δαπανών που προβλέπονται στον προσωρινό προϋπολογισμό που αναφέρεται στο άρθρο Ι.3.1 και παρατίθεται στο Παράρτημα Ι. Σε κάθε περίπτωση, οι μη επιλέξιμες δαπάνες καλύπτονται από πόρους οι οποίοι δεν προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κάθε πλεόνασμα που προσδιορίζεται κατ” αυτόν τον τρόπο οδηγεί σε μείωση, κατά το αντίστοιχο ποσό, του ύψους της επιχορήγησης.

II.17.5 Η Εθνική Υπηρεσία, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να λύσει τη Σύμβαση με βάση το άρθρο ΙΙ.11 και με την επιφύλαξη της δυνατότητάς της να επιβάλει τις κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο ΙΙ.12, μπορεί να μειώσει την αρχικά εγκριθείσα επιχορήγηση, σε περίπτωση μη εκτέλεσης, κακής εκτέλεσης, μερικής ή καθυστερημένης εκτέλεσης της δραστηριότητας, και τούτο με βάση την πραγματική εκτέλεση της δραστηριότητας σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη Σύμβαση.

II.17.6 Η Εθνική Υπηρεσία, με βάση το ποσό της τελικής επιχορήγησης που έχει προσδιοριστεί κατ” αυτό τον τρόπο και το άθροισμα των πληρωμών τις οποίες έχει ήδη πραγματοποιήσει βάσει της Σύμβασης, προσδιορίζει το ποσό καταβολής του υπολοίπου ίσο με τα ποσά που εξακολουθούν να οφείλονται στο δικαιούχο. Όταν το άθροισμα των προκαταβολών υπερβαίνει το ποσό της τελικής επιχορήγησης, η Επιτροπή εκδίδει ένταλμα ανάκτησης για το επιπλέον ποσό.
II.17.7 Αν η Δράση που υλοποιείται, είναι Σχέδιο Πολλαπλών Μέτρων (Multi – Measure), το παρόν άρθρο σχετίζεται με κάθε Δραστηριότητα της Δράσης.

ΑΡΘΡΟ II.18 – ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ

II.18.1 Αν κάποια ποσά καταβλήθηκαν στο δικαιούχο αχρεωστήτως ή αν βάσει των όρων της Σύμβασης δικαιολογείται η εφαρμογή διαδικασίας επιστροφής, ο δικαιούχος δεσμεύεται να καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά στην Επιτροπή, υπό τους όρους και εντός της προθεσμίας που αυτή καθορίζει.

II.18.2 Η Εθνική Υπηρεσία σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν προβεί σε πληρωμή εντός της προθεσμίας που η ίδια έχει καθορίσει, προσαυξάνει τα οφειλόμενα ποσά με τόκους υπερημερίας βάσει του επιτοκίου που προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ.16.3. Οι τόκοι υπερημερίας αντιστοιχούν στην περίοδο που μεσολάβησε από την επομένη της ημερομηνίας λήξης της καθορισμένης για την πληρωμή προθεσμίας μέχρι και την ημερομηνία είσπραξης από την Εθνική Υπηρεσία του συνόλου των οφειλόμενων ποσών.

Κάθε μερική πληρωμή καταλογίζεται πρώτα έναντι των εξόδων και των τόκων υπερημερίας και μετά έναντι του κεφαλαίου.

II.18.3 Σε περίπτωση μη καταβολής κατά τη λήξη της προθεσμίας, η αναζήτηση των οφειλόμενων στην Εθνική Υπηρεσία ποσών μπορεί να πραγματοποιηθεί με συμψηφισμό με τα ποσά που οφείλονται, για οποιονδήποτε λόγο, στον δικαιούχο, αφού αυτός ενημερωθεί εκ των προτέρων με συστημένη επιστολή έναντι απόδειξης παραλαβής, ή με ισοδύναμο μέσο, ή με ενεργοποίηση της οικονομικής εγγύησης που έχει κατατεθεί σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ.15.1. Σε έκτακτες περιπτώσεις, όταν αυτό απαιτείται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να εισπράξει με συμψηφισμό πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία πληρωμής. Η προηγούμενη συγκατάθεση του δικαιούχου δεν είναι αναγκαία.

II.18.4 Τα τραπεζικά έξοδα για την αναζήτηση των οφειλόμενων στην Εθνική Υπηρεσία ποσών βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον δικαιούχο.

II.18.5 Ο δικαιούχος ενημερώνεται ότι, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η Εθνική Υπηρεσία μπορεί να διατυπώσει τη βεβαίωση απαίτησης εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών, μέσω απόφασης, η οποία συνιστά τίτλο εκτελεστό. Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια

ΑΡΘΡΟ II.19 – ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

II.19.1 Ο δικαιούχος δεσμεύεται να παρέχει όλα τα λεπτομερειακά στοιχεία που ζητεί η Εθνική Υπηρεσία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή και κάθε άλλος εξωτερικός οργανισμός που εξουσιοδοτείται από την Εθνική Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η καλή εκτέλεση της δραστηριότητας και των διατάξεων της Σύμβασης.

II.19.2 Ο δικαιούχος θέτει στη διάθεση της Εθνικής Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όλα τα πρωτότυπα έγγραφα, ιδίως λογιστικά και φορολογικά ή, σε εξαιρετικές δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα επικυρωμένα αντίγραφα των πρωτοτύπων που έχουν σχέση με τη Σύμβαση, σε κατάλληλο μέσο που να εξασφαλίζει την ακεραιότητά τους σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, για περίοδο 5 ετών από την ημερομηνία πληρωμής του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών που αναφέρεται στο άρθρο I.4.

II.19.3 Ο δικαιούχος αποδέχεται το ότι η Εθνική Υπηρεσία, η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, που αποτελεί την Εθνική Αρχή που εποπτεύει την Εθνική Υπηρεσία και η Επιτροπή, είτε άμεσα μέσω των υπαλλήλων της είτε μέσω κάθε εξωτερικού οργανισμού που έχει εξουσιοδοτήσει για το σκοπό αυτό, μπορεί να πραγματοποιεί λογιστικό έλεγχο σχετικά με τη χρησιμοποίηση της επιχορήγησης. Οι λογιστικοί έλεγχοι μπορούν να διεξάγονται καθ’ όλη την περίοδο εκτέλεσης της Σύμβασης μέχρι την πληρωμή του υπολοίπου, καθώς και για περίοδο 5 ετών μετά την ημερομηνία πληρωμής του υπολοίπου. Εφόσον συντρέχει λόγος, τα αποτελέσματα των λογιστικών ελέγχων μπορούν να οδηγήσουν σε αποφάσεις ανάκτησης ποσών από την Εθνική Υπηρεσία.

II.19.4 Ο δικαιούχος δεσμεύεται έτσι ώστε, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς και τα εξωτερικά πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Εθνική Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να έχουν κατάλληλο δικαίωμα πρόσβασης στους χώρους και τις κτιριακές εγκαταστάσεις όπου εκτελείται η δραστηριότητα, καθώς και σε όλα τα πληροφοριακά στοιχεία, ακόμη και σε ηλεκτρονική μορφή, που απαιτούνται για την εύρυθμη διεξαγωγή των λογιστικών ελέγχων.

II.19.5 Βάσει των κανονισμών αριθ. 2185/96 (ΕΚ, Eυρατόμ) του Συμβουλίου της Ευρώπης και αριθ. 1073/1999 (ΕΚ) του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) μπορεί επίσης να πραγματοποιεί επιτόπου ελέγχους και εξακριβώσεις σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδικασίες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες. Εφόσον συντρέχει λόγος, τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων μπορούν να οδηγήσουν σε αποφάσεις ανάκτησης ποσών από την Εθνική Υπηρεσία.

II.19.6 Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο διαθέτει τα ίδια δικαιώματα με την Εθνική Υπηρεσία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης όσον αφορά τους απλούς και λογιστικούς ελέγχους.